Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Υλαγιαλή

Τρελάθηκε ο Αντώνης.Πάει.Μια νύχτα την είχε δει λοστρόμο σ ένα κότερο αραγμένο αρόδο έξω απ τη Χαλκίδα.Πριν ξημερώσει σαλπάρησε…Ήταν εκεί αυτή πάνω στο κότερο όλη νύχτα μα κανείς δεν την είδε.Ρώταγε και ξαναρώταγε ο Αντώνης την άλλη μέρα.Τίποτα.Κανείς δεν είχε δει ούτε κότερο ούτε λοστρόμους.Από τότε αγνάντευε απ του Μάλλιου με τις ώρες κάθε σούρουπο το λιμάνι,τη γέφυρα.Κι αυτή η γέφυρα;Τότε που την έφτιαξαν περνούσαν κάρα και γαϊδουράκια,αμαξάκια με άλογα και κορίτσια όχι βοθραντζίδικα,μπετονιέρες και νταλίκες.Βρε,θα την ξεκατινιάσουν τη γέφυρα και θα πέσει ξεσανιδωμένη μες τα νερά του Ευβοϊκού και θα ξεκόψει η Χαλκίδα,θα χωρίσουν για πάντα οι στεριές και οι καρδιές μας.Κι όλο μιλάει κι ανεμολογάει ο Αντώνης ο Σουρούτης.Τι το ΄θελε κι εκείνος ο καπετάνιος να του πει τότε ότι είχε δει μια κοπέλα κάποτε σ ένα κότερο στις Βόρειες θάλασσες;Μια Μαίρη-έτσι του ΄πε πως τη λέγανε-που φώτιζε σαν ήλιος μες στη νύχτα;Κι απ τους φάρους πιο φωτεινή ήτανε;Πιο αληθινή κι απ τα παραμύθια;Έτσι πήρε των ομματιών του κι έφυγε ένα βράδυ.Ανέβηκε στη βάρκα με τα κουπιά να πάει…που να πάει;Μα να βρει τη Μαίρη ντε!Και εϊ ωπ,εϊ ωπ, τα κουπιά.Τι εϊ ωπ;Υλα-γιαλή,Υλα-γιαλή,έδινε τον ρυθμό μόνος του να περάσει το μπουγάζι,να πάει απέναντι στις Βόρειες θάλασσες.Να βγεί στο λιμάνι της Χριστιάνιας πριν φτάσει η αυγή να βρει τη Μαίρη Δεπάνου,να του θυμίσει το τραγούδι που τραγουδούσε εκείνο το βράδυ.Να την παρακαλέσει ν΄ αφήσει στέρεη τη γέφυρα,μην πέσει και χωριστούν οι στεριές και χωρίσουν οι καρδιές από τα όνειρα και ρημάξει η ζωή μας.
Θαύματα γίνονται κάτω στο λιμάνι.Την άλλη μέρα στέρεη και κομψή η γέφυρα της Χαλκίδας υψώνει πάνωθέ του το κατάφωτο τόξο της και η μια της άκρη ακουμπάει στο μώλο της Χριστιάνιας.Έτσι έμεινε όλη μέρα κι όταν σουρούπωσε, το φεγγάρι έγειρε προς τη δύση,τη φώτιζε πλάγια.Ούτε βροντερές μπουλντόζες ούτε αλαζονικές νταλίκες ούτε βιαστικές μπετονιέρες.Απο τη βορεινή πλευρά,της Χριστιάνιας,στο κατάστρωμα της γέφυρας μπαίνει ένα λιγνό και ψηλομέτωπο ελάφι.Θεέ μου!Τι ελάφι!...»Τάρανδος είναι,θα γίνει ελάφι όταν φτάσει στη μέση,εκεί που δένουν οι στεριές…»
Οσο για τον Αντώνη τον Σουρούτη θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν ξανακούστηκε,ούτε ποτέ κανείς τον ξανα ΄δε αλλά κι έτσι ακριβώς δεν είναι. Μήπως βρήκε κάποιο άλλο μέρος,ένα νέο παρατηρητήριο να βλέπει την καινούρια γέφυρα,να μείνει εκεί ποιος ξέρει πόσα,τριακόσια- τετρακόσια χρόνια μέχρι να παλιώσει κι αυτή να βρει μια δικαιολογία να ξαναπάει στη Μαίρη Δεπάνου,στη Μαίρη του,να πέσει στα πόδια της να κρατήσει τη γέφυρα στέρεη,μην πέσει και χωριστούν οι στεριές και χωρίσουν οι καρδιές απ΄τα όνειρα και ρημάξει η ζωή μας;

Μια περίληψη του διηγήματος Υλαγιαλή της γέφυρας απο το βιβλίο του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου Λιμενάρχης Ευρίπου 1993 εκδ.ΚΕΔΡΟΣ.Τα έντονα γράμματα είναι απο το πρωτότυπο και ο επίλογος δικός μου.