Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η γιαγιά η Ελένη η Ανδριώτισσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η γιαγιά η Ελένη η Ανδριώτισσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Η Γιαγιά η Ελένη η Ανδριώτισσα

Πήγαινε στην Άνδρο, όχι καταχείμωνο, Αύγουστο μήνα,και ξανοίξου νύχτα πάνω απ το Γαύριο στα ξεροβούνια, τότε θα καταλάβεις την ιστορία που μας έλεγε η γιαγιά μας η Ελένη η Ανδριώτισσα για τον παππού της.
Αν σκεφτεί κανείς ότι η γιαγιά μου είχε γεννηθεί το 1902,συμπεραίνει πως η ιστορία αυτή έλαβε χώρα περί τα μέσα ή τέλη του προηγούμενου αιώνα, τότε δηλαδή που οι κοινωνίες ήταν μικρές, γεωργοί ή κτηνοτρόφοι, χωρίς ηλεκτρισμό, που πάλευαν με τα στοιχεία της φύσεως , εξαρτιόνταν άμεσα απ αυτήν και που η ζωή τους ήταν γεμάτη από θρύλους και δοξασίες. Τότε που την φαντασία και την πραγματικότητα δεν χώριζε το βαθύ ποτάμι της επιστήμης. Τότε οι άνθρωποι πίστευαν βαθειά στον θεό και όλα τα μυστήρια της ζωής τα έλυνε η θρησκεία. Έφτανε κάποιος να πει ότι είδε τον Αϊ-Γιώργη χθες βράδυ να καλπάζει στον κάμπο και όλο το χωριό έπεφτε στα γόνατα και σταυροκοπιόταν. Την ιστορία διηγείται ο παπάς του χωριού Μυρμηγκιές,ο παππούς της γιαγιάς μου.
Ένα βράδυ ήρθαν και ειδοποίησαν τον παπά για κάποιον άρρωστο που είχε βαρύνει πολύ και έπρεπε οπωσδήποτε να κοινωνήσει. Πήρε λοιπόν το μουλάρι κι άρχισε να κατεβαίνει για να φτάσει σε κάποιο απ τα διπλανά χωριά. Ήταν χειμώνας, φυσούσε ένας αέρας που οι κορυφές των δέντρων ακουμπούσαν στη γη. Νύχτα σκοτεινή πήγαινε ο παπάς στην πλαγιά. Ποιό κάτω ο δρόμος έστριβε και ακολουθούσε την όχθη του ποταμού. Τι ποτάμι; Χαράδρα βαθειά. Εκεί που περπάταγε το μουλάρι κάτι ακούστηκε μέσα απ την ρεματιά σαν κλάμα μωρού, το ζώο σήκωσε τα δυο μπροστινά του πόδια αρνούμενο να προχωρήσει, τότε ξανακούστηκε το κλάμα του μωρού πιο δυνατό που ο αέρας το ‘κανε ν’ ακούγεται σα να ‘ναι δίπλα.«Μνήσθητί μου Κύριε!», λέει ο παπάς, «ποιοί αμαρτωλοί άφησαν το βρέφος στο ποτάμι!» Ξεκαβαλίκεψε και πήρε σιγά-σιγά να κατεβαίνει το γκρεμό μες το σκοτάδι να φτάσει κάτω στη ρεματιά. Όταν έφτασε πια τι να δει; Ένα μωρό μες τις πάνες να ‘χει σκάσει στο κλάμα.«Πω, πω αμαρτία», λέει ο παπάς, σκύβει και παίρνει το μωρό στην αγκαλιά του.«Ω, ω, ω, ω, ω, του κάνει για να το ηρεμήσει « Χριστός και Παναγία, ω ,ω, ω,». Κάπως λέει άρχισε να συνέρχεται. Κοίταξε ο παπάς το παιδί, τα μάτια του ήταν κόκκινα σαν αναμμένα κάρβουνα. «Ω, ω, ω, ω», έκανε και το παιδί σα να νανουρίζεται.«Ω, ω, ω, ω», και η φωνή του βάραινε σιγά-σιγά και πώς,άρχισε να μεγαλώνει μες την αγκαλιά του.«Ιησούς Χριστός νικάει…» λέει ο παπάς και τ’ αφήνει απ’ τα χέρια του.«Ω, ω, ω, ω,» έκανε το μωρό μόνο του. Ποιο μωρό; Ήταν ο ίδιος ο Σατανάς, που ψήλωνε-ψήλωνε και πήρε σιγά-σιγα να περπατάει ανηφορίζοντας το ποτάμι.« Ω, ω, ω, ω, ακουγόυαν τώρα από μακριά ώσπου χάθηκε απ’ τα μάτια του. Κι εκεί μες’ τη βαθειά χαράδρα άκουσε το ω, ω, ω, που γινότανε σιγά-σιγά χα, χα, χα.«Χα, χα, χα, χα,» τον κορόιδευε λέει διάβολος. Τι ΄ άλλο μπορούσε να κάνει στον ευλαβή ιερέα.«Χα, χα, χα, χα αντηχούσε το απόκοσμο γέλιο του μες τη λαγκαδιά ώσπου έσβησε πέρα μακριά, στα όρη στ’ άγρια βουνά.
Φέτος το καλοκαίρι- όχι χειμώνα, Αύγουστο μήνα- επισκέφτηκα για πρώτη φορά τα μέρη που γεννήθηκε η γιαγιά μου. Ένα βράδυ που φύσαγε δυνατός αέρας κυκλαδίτικος, βγήκα και περπάτησα νύχτα στα ξεροβούνια πάνω απ’ το Γαύριο. Θυμήθηκα αυτή την ιστορία που έλεγε η γιαγιά η Ελένη. Φέτος το καλοκαίρι, Αύγουστο μήνα με μελτέμια…